Η Ελλάδα είναι από τις χώρες με την μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας σε σχέση με τον όγκο της και η κατανάλωση ενέργειας από τα κτίρια φτάνει το 35% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας.

Μεγάλο μέρος αυτής της κατανάλωσης οφείλεται στον τρόπο κατασκευής των κτηρίων. Πάνω από 80% των υφιστάμενων κτιρίων είναι χωρίς μόνωση και έχουν παλιά κουφώματα και μονά τζάμια, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται υψηλές θερμικές απώλειες το χειμώνα και υπερθέρμανση το καλοκαίρι. Οι επιπτώσεις αυτής της υπερκατανάλωσης, εκτός από οικονομικές είναι και περιβαλλοντικές. Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (και άλλων αερίων) από την καύση συμβατικών καυσίμων για θέρμανση και ψύξη στον κτιριακό τομέα, οι οποίες συντελούν στην κλιματική αλλαγή που παρατηρείται από την ένταση του φαινομένου του θερμοκηπίου τα τελευταία χρόνια.

Τα παράθυρα των κτιρίων συντελούν σε ένα μεγάλο ποσοστό στην ενεργειακή κατανάλωση για θέρμανση και ψύξη των χώρων, γιατί από τα παράθυρα μεταφέρεται μεγάλη ποσότητα ενέργειας. Το χειμώνα χάνεται θερμότητα από μέσα προς τα έξω, ενώ το καλοκαίρι εισέρχεται θερμότητα από το ζεστό εξωτερικό περιβάλλον. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ελαχιστοποίηθεί με τη χρήση κατάλληλα κατασκευασμένων, ενεργειακά αποδοτικών παραθύρων. Ένα παράθυρο για να είναι ενεργειακά αποδοτικό πρέπει να είναι κατασκευασμένο από θερμομονωτικά συστήματα, να έχει διπλά περιμετρικά παρεμβύσματα στους αρμούς, μηχανισμό περιμετρική σφράγισης και υάλωση διπλή απλή ή υάλωση Energy-N με ειδική επίστρωση και αέριο εσωτερικά.

Σημαντικός δείκτης της ενεργειακής απόδοσης ενός παραθύρου (τόσο του υαλοπίνακα, όσο και του κουφώματος) είναι η θερμοδιαπερατότητα, η οποία δίνεται από τους κατασκευαστές με την τιμή (Κ ή U) και εκφράζεται σε W/m2 oC. Εκτός όμως από την θερμοδιαπερατότητα και άλλες ιδιότητες επηρεάζουν την συνολική ενεργειακή συμπεριφορά ενός παραθύρου ή τζαμιού (αεροπερατότητα, φωτοδιαπερατότητα, συντελεστής εκπομπής, κ.α) η οποία αφορά τη θερμική και οπτική άνεση που προσδίδει το παράθυρο και την συνεπαγόμενη εξοικονόμηση ενέργειας.

Η χρήση ενεργειακά αποδοτικών παραθύρων είναι υποχρεωτική για τα νέα κτίρια, βάσει του κανονισμού Θερμομόνωσης που ισχύει από το 1979. Υπάρχει όμως ένα εύρος από τύπους υαλοπινάκων και παραθύρων που μπορεί να επιλέξει κανείς για το κτίριο του, ανάλογα με τη χρήση του και το μέγεθος του κτιρίου καθώς και την τιμή του κάθε συστήματος. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει ο αγοραστής να ζητά από τον κατασκευαστή να τον ενημερώσει τουλάχιστον για την θερμοδιαπερατότητα του παραθύρου που θα τοποθετήσει.

Εκεί που η χρήση ενεργειακά αποδοτικών παραθύρων είναι ιδιαίτερα χρήσιμη είναι σε παλιά κτίρια, κατασκευασμένα πρίν το 1979, τα οποία εν γένει έχουν παράθυρα με μονά τζάμια και παρουσιάζουν γενικά υψηλή κατανάλωση ενέργειας. Η αντικατάταση των παλιών παραθύρων με νέα ενεργειακά αποδοτικά με διπλά τζάμια, αν και έχει κάποιο κόστος, μπορεί να ανατρέψει κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό την κακή ενεργειακή απόδοση του κτιρίου, με πολλαπλά οφέλη, άλλα άμεσα και άλλα πιο μακροπρόθεσμα. Μερικά από τα πλεονεκτήματα της χρήσης ενεργειακά αποδοτικών παραθύρων είναι:

Η σύγκριση γίνεται μεταξύ αλουμινίου, ξύλου και Συνθετικών κουφωμάτων με συμβατικούς μονούς υαλοπίνακες με μονωτικούς διπλούς υαλοπίνακες και με υαλοπίνακες χαμηλής εκπομπής.

Ο Τύπος για τον υπολογισμό της θερμικής απώλειας είναι:
Q=A* ΚF * Δθερμοκρασίας


Όπου:


Στοιχεία μέτρησης

Α=Διαμέρισμα 80 τετραγωνικών μέτρων με έξι κουφώματα συνολικής επιφάνειας 14m2

Συντελεστής Θερμοπερατότητας Παραθύρου ΚF ανάλογα με τον τύπο του παραθύρου και τον τύπο υάλωσης είναι:

Q=Θερμική απώλεια

Άρα εάν έχουμε κουφώματα ξύλινα με μονή υάλωση και τα αντικαταστήσουμε με:

ενώ εάν έχουμε κουφώματα αλουμινίου χωρίς θερμοδιακοπή με διπλή υάλωση και τα αντικαταστήσουμε με: